μαξιμαλιστής
•
- ο οπαδός της θεωρίας του μαξιμαλισμού, εκείνος που πιστεύει ότι πρέπει να επιζητείται το μέγιστο δυνατό (στην παραγωγή, στην ανάπτυξη, στις κοινωνικές διαπραγματεύσεις κ.α.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαξιμαλιστής < μαξιμαλισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαξιμαλιστής | μαξιμαλιστές |
| Γενική | μαξιμαλιστή | μαξιμαλιστών |
| Αιτιατική | μαξιμαλιστή | μαξιμαλιστές |
| Κλητική | μαξιμαλιστή | μαξιμαλιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →