μαουνιέρικα
•
- ναυτικός όροςχώρος λιμένος όπου συγκεντρώνονται ή φυλάσσονται μαούνες (φορτηγίδες) Βικιλεξικό
- ιδιωματισμόςιδιωματική γλώσσα των μαουνιέρηδων χαρακτηριστική στις βωμολοχίες καθώς και σε απρεπείς συμπεριφορές Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάγενικά η χρήση βωμολοχιών, η αθυροστομία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαουνιέρικα < μαουνιέρης
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →