μαουνιέρικος
•
- ναυτικός όροςσχετικός με μαούνα ή με μαουνιέρη. Βικιλεξικό
- το ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό ως ουσ: τα μαουνιέρικα . Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαουνιέρικος < μαουνιέρης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαουνιέρικος | μαουνιέρικη | μαουνιέρικο |
| Γενική | μαουνιέρικου | μαουνιέρικης | μαουνιέρικου |
| Αιτιατική | μαουνιέρικο | μαουνιέρικη | μαουνιέρικο |
| Κλητική | μαουνιέρικε | μαουνιέρικη | μαουνιέρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαουνιέρικοι | μαουνιέρικες | μαουνιέρικα |
| Γενική | μαουνιέρικων | μαουνιέρικων | μαουνιέρικων |
| Αιτιατική | μαουνιέρικους | μαουνιέρικες | μαουνιέρικα |
| Κλητική | μαουνιέρικοι | μαουνιέρικες | μαουνιέρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →