μαράζι
•
- ο καημός, ο διαρκής πόνος για κάποιον/κάτι που μας λείπει ή δεν το καταφέραμε Βικιλεξικό
- Τον πήρε το μαράζι για τη Μαρία -Τον άφησε και το ‘βαλε μαράζι
- παρωχημένοη αρρώστια των φυτών Βικιλεξικό
- Τα μαρούλια τα ‘πιασε το μαράζι
Ετυμολογία
μαράζι < (άμεσο δάνειο) τουρκική maraz (αρρώστια, ασθένεια) < αραβική مرض (marad) (αρρώστια, ασθένεια)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαράζι | μαράζια |
| Γενική | μαραζιού | μαραζιών |
| Αιτιατική | μαράζι | μαράζια |
| Κλητική | μαράζι | μαράζια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →