Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαράζι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο καημός, ο διαρκής πόνος για κάποιον/κάτι που μας λείπει ή δεν το καταφέραμε Βικιλεξικό
    • Τον πήρε το μαράζι για τη Μαρία -Τον άφησε και το ‘βαλε μαράζι
  2. παρωχημένοη αρρώστια των φυτών Βικιλεξικό
    • Τα μαρούλια τα ‘πιασε το μαράζι

Ετυμολογία

μαράζι < (άμεσο δάνειο) τουρκική maraz (αρρώστια, ασθένεια) < αραβική مرض (marad) (αρρώστια, ασθένεια)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαράζιμαράζια
Γενικήμαραζιούμαραζιών
Αιτιατικήμαράζιμαράζια
Κλητικήμαράζιμαράζια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →