Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαράζωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ψυχική μάρανση, το αποτέλεσμα του μαραζώνω αλλά και η διαδικασία του στον ψυχισμό Βικιλεξικό
  2. η συρίκνωση, η αποδυνάμωση και ο σταδιακός εκφυλισμός, ο μαρασμός, η φθορά Βικιλεξικό
    • Στόχος ήταν το βαθμιαίο μαράζωμα του κράτους
  3. η σωματική αποδυνάμωση Βικιλεξικό
    • Η κατάπτωση της γυναίκας από την πείνα, το μαράζωμα του παιδιού

Ετυμολογία

μαράζωμα < μαραζώ(νω) + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαράζωμαμαραζώματα
Γενικήμαραζώματοςμαραζωμάτων
Αιτιατικήμαράζωμαμαραζώματα
Κλητικήμαράζωμαμαραζώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →