μαράζωμα
•
- η ψυχική μάρανση, το αποτέλεσμα του μαραζώνω αλλά και η διαδικασία του στον ψυχισμό Βικιλεξικό
- η συρίκνωση, η αποδυνάμωση και ο σταδιακός εκφυλισμός, ο μαρασμός, η φθορά Βικιλεξικό
- Στόχος ήταν το βαθμιαίο μαράζωμα του κράτους
- η σωματική αποδυνάμωση Βικιλεξικό
- Η κατάπτωση της γυναίκας από την πείνα, το μαράζωμα του παιδιού
Ετυμολογία
μαράζωμα < μαραζώ(νω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαράζωμα | μαραζώματα |
| Γενική | μαραζώματος | μαραζωμάτων |
| Αιτιατική | μαράζωμα | μαραζώματα |
| Κλητική | μαράζωμα | μαραζώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →