Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαρέγκες

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κλασικό γλύκισμα από πολτό αυγών χτυπημένων με ζάχαρη που με το χωνάκι του δίνουμε διάφορες φόρμες (σαν μικρές σφαίρες συνήθως) και του προσθέτουμε άχνη ζάχαρη και επικάλυψη τριμμένης σοκολάτας (ή ξηρών καρπών). Στη συνέχεια ψήνουμε λιγο ώστε κάπως να ξεραθεί και μετά μπορεί να προστεθεί από πάνω σαντιγί ή μαρμελάδα ανάλογα με τη συνταγή που προτιμά ο καθένας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαρέγκες < από τον πληθυντικό της λέξης μαρέγκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →