μαρίνα
•
- μικρό (μη φυσικό) λιμάνι κυρίως για σκάφη αναψυχής, κότερα κ.ά. Βικιλεξικό
- Η μαρίνα Ζέας
Ετυμολογία
μαρίνα < (άμεσο δάνειο) αγγλική marina < λατινική marinus (θαλάσσιος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαρίνα | μαρίνες |
| Γενική | μαρίνας | μαρινών |
| Αιτιατική | μαρίνα | μαρίνες |
| Κλητική | μαρίνα | μαρίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →