μαραίνω
•
- κάνω ένα φυτό να χάσει τη θαλερότητα και τη φρεσκάδα του Βικιλεξικό
- Καὶ χαίρουσιν ἐν τούτοις αἱ γυναῖκες διότι ὁ ῥέων χρόνος μαραίνει τὰ ἄνθη τῆς ἀνοίξεως ἀπὸ τῆς μορφῆς των καὶ φορτόνει [sic] ἐπὶ τῆς ῥάχεως των τὰς χιόνας, τοὺς πάγους καὶ τοὺς ῥευματισμοὺς τοῦ χειμῶνος. (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)
- Μόνο γαϊδουράγκαθα φυτρώνουν εδώ πέρα, και ακόμα κι αυτά μαραίνονται και σκορπίζουν με τον άνεμο στην επιφάνεια της στέπας, και μπλέκονται με άλλα ώσπου σχηματίζουν τεράστιες κινούμενες σφαίρες, σαν γιγάντια χνούδια». (Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
- συμβάλλω στην απώλεια της ζωτικότητας κάποιου Βικιλεξικό
- γαστρονομίατηγανίζω κάτι σε ζεστό λάδι μέχρι να μαλακώσει Βικιλεξικό
- Λαμβάνομεν μερικά φρέσκα κολοκύθια, τά ξύνομεν ἀπ'έξω καί τά σκάπτομεν καθώς τας μελιτζάνας. Τά ἁλατίζομεν ἐσωτερικῶς, τά μαραίνομεν εἰς τό τηγάνι μὲ ὀλίγον βούτυρον καὶ τὰ παραγεμίζομεν μὲ κιγμὰ καὶ μὲ τὴν ψύχαν των καθὼς καὶ τὰς μελιτζάνας. (Ι. Α. Βρετός, Ημερολόγιον εγκυκλοπαιδικόν του 1901, 1900, σελ. 362 https://www.google.gr/books/edition/H%C4%93merologion_enkyklopaidikon_tou_1901/VLUpAAAAYAAJ?hl=en&gbpv=1&pg=PA364&printsec=frontcover)
Ετυμολογία
μαραίνω < αρχαία ελληνική μαραίνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαραίνω | μαραίνεις | μαραίνει | μαραίνουμε | μαραίνετε | μαραίνουν / μαραίνουνε |
| Παρατατικός | μάραινα | μάραινες | μάραινε | μαραίναμε | μαραίνατε | μάραιναν / μαραίναν / μαραίνανε |
| Αόριστος | μάρανα | μάρανες | μάρανε | μαράναμε | μαράνατε | μάραναν / μαράναν / μαράνανε |
| Μέλλοντας | θα μαράνω / θα μαραίνω | θα μαράνεις / θα μαραίνεις | θα μαράνει / θα μαραίνει | θα μαράνουμε / θα μαραίνουμε | θα μαράνετε / θα μαραίνετε | θα μαράνουν / θα μαράνουνε / θα μαραίνουν / θα μαραίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαράνει | έχεις μαράνει | έχει μαράνει | έχουμε μαράνει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαράνει | είχες μαράνει | είχε μαράνει | είχαμε μαράνει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαράνει / να μαράνω / να μαραίνω | να έχεις μαράνει / να μαράνεις / να μαραίνεις | να έχει μαράνει / να μαράνει / να μαραίνει | να έχουμε μαράνει / να μαράνουμε / να μαραίνουμε | να μαράνετε / να μαραίνετε | να μαράνουν / να μαράνουνε / να μαραίνουν / να μαραίνουνε |
| Προστακτική | — | μάραινε / μάρανε | — | — | μαράνετε / μαραίνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μαράθηκαμαραίνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →