μαραγκιασμένος
•
- μαραμένος, Βικιλεξικό
- Ἦταν νοικοκυραῖοι στὰ χωριά τους, κι ἄλλοι βοσκοὶ καὶ μύριζαν ἰδρωτίλα, βαρβατίλα καὶ θυμάρι, κι ἕνας γούμενος ἀπὸ τὴ μονὴ τοῦ Ἀφέντη Χριστοῦ, γαλαζομάτης καὶ ποταμογένης, κι ἕνας δάσκαλος ἀπὸ τὴν Ἔμπαρο, κουτσός, μαραγκιασμένος, δὲν τὸν ἔπιανε τὸ μάτι σου, τί 'ναι ἐτοῦτο τὸ ἀποζούρι, ἔλεγες, τί γυρεύει τὸ κουνελόπουλο αὐτὸ μέσα στὴ σύναξη τῶν θεριῶν;
- Θέλουν την Ελλάδα πόρνη να τους ανοίγει τα σκέλια στην ποδιά της Ακρόπολης να προμηθεύει μισοτιμής το ρίγος της αμαρτίας στις μαραγκιασμένες από τον πουριτανισμό ψυχές τους
Ετυμολογία
μαραγκιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μαραγκιάζω
Άλλοι τύποι
μαραγκιασμέναμαραγκιασμένεμαραγκιασμένεςμαραγκιασμένημαραγκιασμένηςμαραγκιασμένομαραγκιασμένοιμαραγκιασμένοςμαραγκιασμένουμαραγκιασμένουςμαραγκιασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →