μαραζιάρης
•
- που έχει καταπέσει ψυχολογικά, είναι καταθλιπτικός, μελαγχολικός Βικιλεξικό
- που έχει μαραζώσει το κορμί του ή είναι από τη φτιαξιά του πολύ αδύνατος και καχεκτικός Βικιλεξικό
- ο κλαψιάρης, ο μεμψίμοιρος Βικιλεξικό
- παρωχημένοο φυματικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαραζιάρης < μαράζι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαραζιάρης | μαραζιάρης | μαραζιάρης |
| Γενική | μαραζιάρη | μαραζιάρη | μαραζιάρη |
| Αιτιατική | μαραζιάρη | μαραζιάρη | μαραζιάρη |
| Κλητική | μαραζιάρη | μαραζιάρη | μαραζιάρη |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαραζιάρηδες | μαραζιάρηδες | μαραζιάρηδες |
| Γενική | μαραζιάρηδων | μαραζιάρηδων | μαραζιάρηδων |
| Αιτιατική | μαραζιάρηδες | μαραζιάρηδες | μαραζιάρηδες |
| Κλητική | μαραζιάρηδες | μαραζιάρηδες | μαραζιάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →