Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαραζιάρης

επίθετο
•
  1. που έχει καταπέσει ψυχολογικά, είναι καταθλιπτικός, μελαγχολικός Βικιλεξικό
  2. που έχει μαραζώσει το κορμί του ή είναι από τη φτιαξιά του πολύ αδύνατος και καχεκτικός Βικιλεξικό
  3. ο κλαψιάρης, ο μεμψίμοιρος Βικιλεξικό
  4. παρωχημένοο φυματικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαραζιάρης < μαράζι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαραζιάρηςμαραζιάρηςμαραζιάρης
Γενικήμαραζιάρημαραζιάρημαραζιάρη
Αιτιατικήμαραζιάρημαραζιάρημαραζιάρη
Κλητικήμαραζιάρημαραζιάρημαραζιάρη

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαραζιάρηδεςμαραζιάρηδεςμαραζιάρηδες
Γενικήμαραζιάρηδωνμαραζιάρηδωνμαραζιάρηδων
Αιτιατικήμαραζιάρηδεςμαραζιάρηδεςμαραζιάρηδες
Κλητικήμαραζιάρηδεςμαραζιάρηδεςμαραζιάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →