μαραζώνω
•
- αμετάβατοπέφτω σε κατάθλιψη, με τρώει το μαράζι Βικιλεξικό
- Μαράζωσε απ'τον καημό της για το χαμό του γιου της.
- μεταβατικόκάνω κάποιον να χάσει το ενδιαφέρον του για τη ζωή και τις ζωτικές του δυνάμεις Βικιλεξικό
- την μαράζωσε ο καημός του
- μεταφορικάχάνω τις ζωτικές μου δυνάμεις, οδηγούμαι σε μαρασμό Βικιλεξικό
- Το χωριό εγκαταλείπεται από τη νεολαία και μαραζώνει σιγα σιγά.
Ετυμολογία
μαραζώνω < μαράζι
Άλλοι τύποι
μαράζωναμαράζωσαμαραζωμένοςμαραζώσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →