μαρασκίνο
•
- φρούτοξινό κεράσι ή βύσσινο (prunus cerasus) του είδους marasca, που κατοπιν επεξεργασίας χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική ή στην ποτοποιία Βικιλεξικό
- ποτόλικέρ που έχει ως βασικό αρωματικό και γευστικό συστατικό του το είδος marasca Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαρασκίνο < (άμεσο δάνειο) ιταλική maraschino
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαρασκίνο | μαρασκίνα |
| Γενική | μαρασκίνου | μαρασκίνων |
| Αιτιατική | μαρασκίνο | μαρασκίνα |
| Κλητική | μαρασκίνο | μαρασκίνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →