Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαργέλι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. για πηγάδικράσπεδο, χείλος Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο τελευταίος πειρασμός, [μυθιστόρημα], αρχική έκδοση: 1955, εκδόσεις: Το βιβλιοπωλείον της Εστίας Ι.Δ. Κολλάρου, Αθήνα 1961, @google.gr/books
    • Η περιοχή γύρω από τον τόπο λατρείας είναι γεμάτη ακαθαρσίες καμήλας και χνάρια από σκηνές που ξεστήθηκαν. Δίπλα στο ιερό δέντρο, ο Μπρούνο ανακαλύπτει ένα πηγάδι που δεν έχει μαργέλι και μια υποτυπώδη ποτίστρα. Πλενόμαστε απʼ την κορφή ως τα νύχια και πλένουμε και τα ρούχα μας, τα οποία απλώνουμε να στεγνώσουν πάνω στις καυτές πέτρες.
  2. στρίφωμα, ρέλιασμα Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Θ΄ στίχ. 1 (1-3) αρχική έκδοση: 1938

Ετυμολογία

μαργέλι < μεσαιωνική ελληνική μαργέλλιον < μεσαιωνική ελληνική μάργελλον < λατινική margellum, υποκοριστικό του λατινική margo (κράσπεδο) Συγγενή: αγγλική margin (περιθώριο), ιταλική margine (περιθώριο, όριο)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →