μαργαριτάρι
•
- πολύτιμος λίθος που σχηματίζεται μέσα στα όστρακα ορισμένων στρειδιών, με γυαλιστερή και συνήθως σφαιρική εμφάνιση Βικιλεξικό
- Συνδυάζοντας διάφορες τεχνικές , οι Βυζαντινοί χρυσοχόοι σκαλίζουν τα ευγενή μέταλλα, σμιλεύουν τους ημιπολύτιμους λίθους, ίασπη, σαρδόνυχα, λαζουρίτη, αχάτες και την ορεία κρύσταλλο, λεπτουργούν με μοναδική μαστοριά επιπεδόγλυφα και περίκλειστα σμάλτα και δένουν μαργαριτάρια, πετράδια και πολύχρωμα υέλια στα θελκτικά τους μικροτεχνήματα (Το Ελληνικό Κόσμημα : Πέντε Χιλιάδες χρόνια παράδοση, Ελληνικό Κέντρο Αργυροχοΐας, 1995, σελ. 85)
- ...χυνόταν μιά ἀκράτητη διακόσμηση χλιδῆς. Διαμάντια, ρουμπίνια, σμαράγδια, ζαφείρια, τοπάζια, ἀμέθυστοι, λάπις – λάζουλι, μαργαριτάρια, μαλαχίτες, μέσα σὲ ὄργιο χρυσοῦ, κρεμόνταν σὲ βαρύτατα περιδέραια πεταμένα το 'να πάνω στ' ἄλλο, ἁρμάθες σωστές παραμυθένιου πλούτου, κάτι σὰ διάκοσμος ξεχαλινωμένης Χαλιμᾶς. (Μ. Καραγάτσης, Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999, σελ. 17)
- μεταφορικάσοβαρό γλωσσικό σφάλμα (προφορικό ή γραπτό) Βικιλεξικό
- Εγώ είμαι πολύ ήρεμη. Δεν *εκβουρλίζομαι με τίποτα.
- μαργαριτάρια μαθητών από τις εξετάσεις: ...και ο Μέγας Αλέξανδρος διέταξε «Πυρ!» κι έτσι άρχισε η μάχη του Γρανικού.
Ετυμολογία
μαργαριτάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαργαριτάριν < μαργαριτάριον < ελληνιστική κοινή μαργαρίτης. Ζεύγος: μαργαρίτα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαργαριτάρι | μαργαριτάρια |
| Γενική | μαργαριταριού | μαργαριταριών |
| Αιτιατική | μαργαριτάρι | μαργαριτάρια |
| Κλητική | μαργαριτάρι | μαργαριτάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →