Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαργώνω

ρήμα
•
  1. λαϊκόκρυώνω και δεν μπορώ να κουνήσω τα μέλη μου, μουδιάζω από το κρύο Βικιλεξικό
    • Εκεί που φτερουγίζει ο νους, / εκεί που ξημερώνει, / μαργώνουν τα πουλιά της γης / κι ούτε ένα δεν ζυγώνει (Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Αερικό)
  2. λαϊκόκρυώνω κάτι/κάποιον Βικιλεξικό
    • Ο αέρας ή ακόμη κρύος και του μάργωνε τα δάχτυλα και κάπου κάπου οι πλάτες του ανατρίχιαζαν (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Ο Κατάδικος)

Ετυμολογία

μαργώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαργώνω < αρχαία ελληνική μαργάω < μάργος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμαργώνωμαργώνειςμαργώνειμαργώνουμεμαργώνετεμαργώνουν / μαργώνουνε
Παρατατικόςμάργωναμάργωνεςμάργωνεμαργώναμεμαργώνατεμάργωναν / μαργώναν / μαργώνανε
Αόριστοςμάργωσαμάργωσεςμάργωσεμαργώσαμεμαργώσατεμάργωσαν / μαργώσαν / μαργώσανε
Μέλλονταςθα μαργώνω / θα μαργώσωθα μαργώνεις / θα μαργώσειςθα μαργώνει / θα μαργώσειθα μαργώνουμε / θα μαργώσουμεθα μαργώνετε / θα μαργώσετεθα μαργώνουν / θα μαργώνουνε / θα μαργώσουν / θα μαργώσουνε
Παρακείμενοςέχω μαργώσειέχεις μαργώσειέχει μαργώσειέχουμε μαργώσειέχετε μαργώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μαργώσειείχες μαργώσειείχε μαργώσειείχαμε μαργώσει——
Υποτακτικήνα έχω μαργώσει / να μαργώνω / να μαργώσωνα έχεις μαργώσει / να μαργώνεις / να μαργώσειςνα έχει μαργώσει / να μαργώνει / να μαργώσεινα έχουμε μαργώσει / να μαργώνουμε / να μαργώσουμενα έχετε μαργώσει / να μαργώνετε / να μαργώσετενα μαργώνουν / να μαργώνουνε / να μαργώσουν / να μαργώσουνε
Προστακτική—μάργωνε / μάργωσε——μαργώνετε / μαργώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →