μαργώνω
•
- λαϊκόκρυώνω και δεν μπορώ να κουνήσω τα μέλη μου, μουδιάζω από το κρύο Βικιλεξικό
- Εκεί που φτερουγίζει ο νους, / εκεί που ξημερώνει, / μαργώνουν τα πουλιά της γης / κι ούτε ένα δεν ζυγώνει (Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Αερικό)
- λαϊκόκρυώνω κάτι/κάποιον Βικιλεξικό
- Ο αέρας ή ακόμη κρύος και του μάργωνε τα δάχτυλα και κάπου κάπου οι πλάτες του ανατρίχιαζαν (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Ο Κατάδικος)
Ετυμολογία
μαργώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαργώνω < αρχαία ελληνική μαργάω < μάργος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαργώνω | μαργώνεις | μαργώνει | μαργώνουμε | μαργώνετε | μαργώνουν / μαργώνουνε |
| Παρατατικός | μάργωνα | μάργωνες | μάργωνε | μαργώναμε | μαργώνατε | μάργωναν / μαργώναν / μαργώνανε |
| Αόριστος | μάργωσα | μάργωσες | μάργωσε | μαργώσαμε | μαργώσατε | μάργωσαν / μαργώσαν / μαργώσανε |
| Μέλλοντας | θα μαργώνω / θα μαργώσω | θα μαργώνεις / θα μαργώσεις | θα μαργώνει / θα μαργώσει | θα μαργώνουμε / θα μαργώσουμε | θα μαργώνετε / θα μαργώσετε | θα μαργώνουν / θα μαργώνουνε / θα μαργώσουν / θα μαργώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαργώσει | έχεις μαργώσει | έχει μαργώσει | έχουμε μαργώσει | έχετε μαργώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαργώσει | είχες μαργώσει | είχε μαργώσει | είχαμε μαργώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαργώσει / να μαργώνω / να μαργώσω | να έχεις μαργώσει / να μαργώνεις / να μαργώσεις | να έχει μαργώσει / να μαργώνει / να μαργώσει | να έχουμε μαργώσει / να μαργώνουμε / να μαργώσουμε | να έχετε μαργώσει / να μαργώνετε / να μαργώσετε | να μαργώνουν / να μαργώνουνε / να μαργώσουν / να μαργώσουνε |
| Προστακτική | — | μάργωνε / μάργωσε | — | — | μαργώνετε / μαργώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →