Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαργώνῃς

ρήμα
•
  1. καθαρεύουσαβ΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής ενεργητικού ενεστώτα του μαργώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →