Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαριόλικος

/maɾˈʝo.li.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κρύβει μαργιολιά, απάτη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαριόλικος < μαριόλ(ης) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαριόλικοςμαριόλικη / μαριόλικιαμαριόλικο
Γενικήμαριόλικουμαριόλικης / μαριόλικιαςμαριόλικου
Αιτιατικήμαριόλικομαριόλικη / μαριόλικιαμαριόλικο
Κλητικήμαριόλικεμαριόλικη / μαριόλικιαμαριόλικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαριόλικοιμαριόλικεςμαριόλικα
Γενικήμαριόλικωνμαριόλικωνμαριόλικων
Αιτιατικήμαριόλικουςμαριόλικεςμαριόλικα
Κλητικήμαριόλικοιμαριόλικεςμαριόλικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →