μαρκάρισμα
•
- ποδόσφαιροη προσπάθεια να παρεμποδιστεί η ελευθερία κινήσεων του αντιπάλου Βικιλεξικό
- σημείωση για υπενθύμιση ότι κάτι έχει ελεγχθεί ή αντιθέτως ότι πρέπει να ελεγχθεί στο μέλλον Βικιλεξικό
- σημείωση ή ετικέτα σε ρούχο, όπου αναγράφεται η μάρκα Βικιλεξικό
- μεταφορικά-λαϊκάφλερτάρισμα, όταν κάποιος επιλέγει ένα άτομο που το ελκύει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαρκάρισμα < μαρκάρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαρκάρισμα | μαρκαρίσματα |
| Γενική | μαρκαρίσματος | μαρκαρισμάτων |
| Αιτιατική | μαρκάρισμα | μαρκαρίσματα |
| Κλητική | μαρκάρισμα | μαρκαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →