μαρκάρω
•
- βάζω τη μάρκα, το σήμα κατατεθέν ή κάποιο άλλο ιδιαίτερο διακριτικό σε αντικείμενο Βικιλεξικό
- ειδικότεραβάζω κάποιο μόνιμο σημάδι στο δέρμα του ώστε να ξεχωρίζει ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του Βικιλεξικό
- αθλητισμόςπαίρνω θέση πολύ κοντά σε συγκεκριμένο αντίπαλο και τον παρακολουθώ, τον πλευρίζω με τέτοιον τρόπο ώστε να δυσκολεύεται να συμμετάσχει στο παιχνίδι Βικιλεξικό
- είναι τόσο καλός που χρειάζεται να τον μαρκάρουν τουλάχιστον δύο
Ετυμολογία
μαρκάρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική marcar(e) + -ω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαρκάρω | μαρκάρεις | μαρκάρει | μαρκάρουμε | μαρκάρετε | μαρκάρουν / μαρκάρουνε |
| Παρατατικός | μάρκαρα | μάρκαρες | μάρκαρε | μαρκάραμε | μαρκάρατε | μάρκαραν / μαρκάραν / μαρκάρανε |
| Αόριστος | μαρκάρισα | μαρκάρισες | μαρκάρισε | μαρκαρίσαμε | μαρκαρίσατε | μαρκάρισαν / μαρκαρίσαν / μαρκαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα μαρκάρω / θα μαρκαρίσω | θα μαρκάρεις / θα μαρκαρίσεις | θα μαρκάρει / θα μαρκαρίσει | θα μαρκάρουμε / θα μαρκαρίσουμε | θα μαρκάρετε / θα μαρκαρίσετε | θα μαρκάρουν / θα μαρκάρουνε / θα μαρκαρίσουν / θα μαρκαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαρκαρίσει | έχεις μαρκαρίσει | έχει μαρκαρίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαρκαρίσει | είχες μαρκαρίσει | είχε μαρκαρίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαρκαρίσει / να μαρκάρω / να μαρκαρίσω | να έχεις μαρκαρίσει / να μαρκάρεις / να μαρκαρίσεις | να έχει μαρκαρίσει / να μαρκάρει / να μαρκαρίσει | να μαρκάρουμε / να μαρκαρίσουμε | να μαρκάρετε / να μαρκαρίσετε | να μαρκάρουν / να μαρκάρουνε / να μαρκαρίσουν / να μαρκαρίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε μαρκαρισμένο / μάρκαρε / μαρκάρισε | — | — | μαρκάρετε / μαρκαρίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μαρκαρίστηκαμαρκάρομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →