Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαρκούτσι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο σωλήνας του ναργιλέ με το επιστόμιο Βικιλεξικό
    • Ταμάμ! έγνεψε μέ τό χέρι του ο γιούζμπασης, Ύστερα είπε, δίχως νά βγάλει τό μαρκούτσι από τό στόμα του – Έχεις καιρό νά πάς στήν πατρίδα, παπά εφέντη; – Δέν ξαναπήγα από τότε πού 'φυγα γιά νά σπουδάσω. (Στου Χατζηφράγκου, Κοσμάς Πολίτης, εκδ. Πελεκάνος, 2015 https://books.google.gr/books?id=niMpBgAAQBAJ&lpg=PT16&dq=%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%84%CF%83%CE%B9&pg=PT16#v=onepage&q=%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%84%CF%83%CE%B9&f=false)
  2. γενικά ο στενός, εύκαμπτος σωλήνας Βικιλεξικό
    • Το μαρκούτσι των φρένων είναι το εύκαμπτο τμήμα των φρένων που μεταφέρει την υδραυλική πίεση από τη γραμμή των φρένων στα κυλινδράκια των ταμπούρων και τις δαγκάνες των δισκόφρενων αντίστοιχα. (Το έργο του μαρκουτσιού των φρένων, topantallaktika.gr)
  3. οικείοκάτι που έχει μακρόστενο σχήμα, συνήθως παρόμοιο με επιστόμιο, και δεν γνωρίζουμε το όνομά του ή το θεωρούμε άχρηστο αντικείμενο Βικιλεξικό
    • βγάλε αυτό το μαρκούτσι από το στόμα σου (στιλό, μολύβι, τσιγάρο κ.λπ.), για να καταλαβαίνω τι μου λες!

Ετυμολογία

μαρκούτσι < (άμεσο δάνειο) τουρκική markuç (τοπική διάλεκτος) < marpuç < περσική مارپيچ (mārpīc)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαρκούτσιμαρκούτσια
Γενικήμαρκουτσιούμαρκουτσιών
Αιτιατικήμαρκούτσιμαρκούτσια
Κλητικήμαρκούτσιμαρκούτσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →