Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαρκόνης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςασυρματιστής Βικιλεξικό
    • Σε δυο ώρες χάθηκε η μάχη, το πλοίο πήρε κλίση δεκαοχτώ μοιρών, ο μαρκόνης εξέπεμψε SOS και ο καπετάνιος έδωσε εντολή εγκατάλειψης. (Ιωάννα Καρυστιάνη, Το φαράγγι, εκδ. Καστανιώτη, 2015)

Ετυμολογία

μαρκόνης < αγγλική marconi (που είχε λάβει την έννοια της αποστολής μηνυμάτων μέσω ασυρμάτου) < ιταλική Marconi < Guglielmo Marconi (Ιταλός, εφεύρεση του οποίου ήταν η ασύρματη επικοινωνία σε μεγάλες αποστάσεις) + κατάληξη -(η)ς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαρκόνηςμαρκόνηδες
Γενικήμαρκόνημαρκόνηδων
Αιτιατικήμαρκόνημαρκόνηδες
Κλητικήμαρκόνημαρκόνηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →