μαρμάρωμα
•
- το αποτέλεσμα του ρήματος μαρμαρώνω, η κατάσταση στην οποία κάποιος γίνεται σαν άγαλμα, σαν από μάρμαρο Βικιλεξικό
- Στο παραμύθι στοιχεία παράδοξα (το μαρμάρωμα, το μαγικό φιλί) έχουν μια δική τους ψυχολογική ερμηνεία
- Το μαρμάρωμα των ημίαιμων στο Χάρι Πότερ
- οικοδομικήτο τελευταίο χέρι του σοβατζή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαρμάρωμα < μαρμαρώ(νω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαρμάρωμα | μαρμαρώματα |
| Γενική | μαρμαρώματος | μαρμαρωμάτων |
| Αιτιατική | μαρμάρωμα | μαρμαρώματα |
| Κλητική | μαρμάρωμα | μαρμαρώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →