μαρμαρένιος
•
- που είναι φτιαγμένος από μάρμαρο, μαρμάρινος Βικιλεξικό
- Τα μεσημέρια και στις τέσσερεις ή πέντε το απόγευμα, ξάφνιζαν οι φωνές και τα κατρακυλίσματα πάνω στη μαρμαρένια σκάλα του γυμνάσιου. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
Ετυμολογία
μαρμαρένιος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαρμαρένιος < μάρμαρ(ο) + -ένιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαρμαρένιος | μαρμαρένια | μαρμαρένιο |
| Γενική | μαρμαρένιου | μαρμαρένιας | μαρμαρένιου |
| Αιτιατική | μαρμαρένιο | μαρμαρένια | μαρμαρένιο |
| Κλητική | μαρμαρένιε | μαρμαρένια | μαρμαρένιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαρμαρένιοι | μαρμαρένιες | μαρμαρένια |
| Γενική | μαρμαρένιων | μαρμαρένιων | μαρμαρένιων |
| Αιτιατική | μαρμαρένιους | μαρμαρένιες | μαρμαρένια |
| Κλητική | μαρμαρένιοι | μαρμαρένιες | μαρμαρένια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →