μαρμαροτεχνία
•
- η τέχνη του μαρμαρά στην επεξεργασία του μαρμάρου ή στη μαρμαρόστρωση Βικιλεξικό
- η βιομηχανία, το μέρος όπου γίνεται η κατεργασία του μαρμάρου ή και η πώλησή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαρμαροτεχνία < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαρμαροτεχνία | μαρμαροτεχνίες |
| Γενική | μαρμαροτεχνίας | μαρμαροτεχνιών |
| Αιτιατική | μαρμαροτεχνία | μαρμαροτεχνίες |
| Κλητική | μαρμαροτεχνία | μαρμαροτεχνίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →