μαρμαρόστρωση
•
- η στρώση μιας επιφάνειας με μάρμαρα καθώς και η σχετική κατασκευή που προκύπτει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαρμαρόστρωση < μάρμαρο + -ο- + στρώση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαρμαρόστρωση | μαρμαροστρώσεις |
| Γενική | μαρμαρόστρωσης | μαρμαροστρώσεων |
| Αιτιατική | μαρμαρόστρωση | μαρμαροστρώσεις |
| Κλητική | μαρμαρόστρωση | μαρμαροστρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →