μαρνέρος
•
- παρωχημένοναύτης, θαλασσινός Βικιλεξικό
- μαρνέροι εσείς, καλές καρδιές, οπού αρμενάτε πρίμα... (Μιλτιάδης Μαλακάσης, «Στο περιγιάλι», Ασφόδελοι, 1919
Ετυμολογία
μαρνέρος < (άμεσο δάνειο) ισπανική mariner(o) + -ος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαρνέρος | μαρνέροι |
| Γενική | μαρνέρου | μαρνέρων |
| Αιτιατική | μαρνέρο | μαρνέρους |
| Κλητική | μαρνέρε | μαρνέροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →