Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαρξιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον μαρξισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαρξιστικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαρξιστικόςμαρξιστικήμαρξιστικό
Γενικήμαρξιστικούμαρξιστικήςμαρξιστικού
Αιτιατικήμαρξιστικόμαρξιστικήμαρξιστικό
Κλητικήμαρξιστικέμαρξιστικήμαρξιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαρξιστικοίμαρξιστικέςμαρξιστικά
Γενικήμαρξιστικώνμαρξιστικώνμαρξιστικών
Αιτιατικήμαρξιστικούςμαρξιστικέςμαρξιστικά
Κλητικήμαρξιστικοίμαρξιστικέςμαρξιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →