μαροκινό
•
- δέρμα ιδιαίτερα λεπτό και στλπνό που το αυθεντικό ήταν από κατσίκα ή τράγο και που κατά τον 16ο αιώνα άρχισε να χρησιμοποιείται στην πολυτελή βιβλιοδεσία -πλέον και στην κατασκευή πορτοφολιών, γαντιών ή και γυναικείων ελαφριών παπουτσιών, τις περισσότερες φορές πια από πρόβατο ή υποκατάστατα Βικιλεξικό
- Μόσχεια, μαροκινά, σαγρέδες, τελατίνια και βακέται χρωματισταί και άλλων ζώων δέρματα εν γένει, Veaux, maroquins, chagrins, vachettes coloreés ou vernies, et peaux de tous autres animaux (Γραφείον Στατιστικής, Εμπόριον της Ελλάδος μετά των ξένων επικρατειών κατά το έτος 1889 (1890), εν Αθήναις, εκ του Εθνικού τυπογραφείου, σελ. 40 https://www.google.gr/books/edition/Emporion_t%C4%93s_Hellados_meta_t%C5%8Dn_xen%C5%8Dn/Jdxh6bYS2VkC?hl=en&gbpv=1)
Ετυμολογία
μαροκινό < μετάφραση της γαλλικής λεξης maroquin, που οι Γάλλοι έδωσαν σε είδος δέρματος επειδή για πρώτη φορά εισήχθη στη χώρα τους από τό Μαρόκο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →