μαρουβάς
•
- παραδοσιακό κρασί της δυτικής Κρήτης από την ποικιλία ρωμέικο που προορίζεται για μακρόχρονη παλαίωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαρουβάς < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαρουβάς | μαρουβάδες |
| Γενική | μαρουβά | μαρουβάδων |
| Αιτιατική | μαρουβά | μαρουβάδες |
| Κλητική | μαρουβά | μαρουβάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →