μαρσιποφόρο
•
- θηλαστικό που φέρει μάρσιπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαρσιποφόρο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου μαρσιποφόρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαρσιποφόρο | μαρσιποφόρα |
| Γενική | μαρσιποφόρου | μαρσιποφόρων |
| Αιτιατική | μαρσιποφόρο | μαρσιποφόρα |
| Κλητική | μαρσιποφόρο | μαρσιποφόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →