μαρσπιέ
•
- ο αναβατήρας, το σκαλοπάτι που διευκολύνει την άνοδο (και είσοδο) σ’ ένα όχημα Βικιλεξικό
- καθένα από τα μακρόστενα σταθερά ή κινούμενα εξαρτήματα δίτροχου, που προεξέχουν και χρησιμοποιούνται για τη στήριξη των ποδιών του οδηγού ή του συνοδηγού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαρσπιέ < (λόγιο δάνειο) γαλλική marchepied < marche(r) + pied
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →