μαρτίνι
•
- το λευκό βερμούτ που περιέχει κρασί, αρωματικά, ζάχαρη και πρόσθετο αλκοόλ Βικιλεξικό
- το κοκτέιλ μαρτίνι , που αναμιγνύει με λευκό ξηρό μαρτίνι (ή άλλο βερμούτ) είτε βότκα είτε τζιν και συχνά συνοδεύεται από φέτα λεμόνι ή ελιά Βικιλεξικό
- Το μαρτίνι του Τζέιμς Μποντ είναι βότκα μαρτίνι
- συνήθως στον πληθυντικό: μαρτίνιατα αιγοπρόβατα Βικιλεξικό
- Ο παππούς άνοιξε την πόρτα της καλύβας για να βγουν τα μαρτίνια έξω
- Κόβει τέλος καὶ ἕνα δεμάτι ξύλα, τὰ φορτώνεται ὅλα στὸ κεφάλι, καὶ γυρίζει στὸ χωριό, σέρνοντας — ὄχι σπάνια ὄχι σπάνια – καὶ τὰ μαρτίνια της, μιὰ - δυὸ οἰκόσιτες γίδες. Έπειτα ἀπὸ κάμποσες μέρες, θὰ πᾶνε στὸ λιτρουβειό οἱ πρῶτες... (Λαογραφία, τόμος 33, Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία, 1985, σελ. 430)
- στρατιωτικός όροςονομασία πυροβόλου όπλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαρτίνι < από τον Ιταλό Martini, μέτοχο σε εταιρία παρασκευής οινοπνευματωδών : μαρτίνι < το πρόβατο σε ντόπιους ιδιωματισμούς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαρτίνι | μαρτίνια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | μαρτίνι | μαρτίνια |
| Κλητική | μαρτίνι | μαρτίνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →