μαρτιάτικος
•
- που γίνεται κατά το Μάρτιο Βικιλεξικό
- σχετικός με το Μάρτιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαρτιάτικος < Μάρτι(ος) + -άτικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαρτιάτικος | μαρτιάτικη | μαρτιάτικο |
| Γενική | μαρτιάτικου | μαρτιάτικης | μαρτιάτικου |
| Αιτιατική | μαρτιάτικο | μαρτιάτικη | μαρτιάτικο |
| Κλητική | μαρτιάτικε | μαρτιάτικη | μαρτιάτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαρτιάτικοι | μαρτιάτικες | μαρτιάτικα |
| Γενική | μαρτιάτικων | μαρτιάτικων | μαρτιάτικων |
| Αιτιατική | μαρτιάτικους | μαρτιάτικες | μαρτιάτικα |
| Κλητική | μαρτιάτικοι | μαρτιάτικες | μαρτιάτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →