μαρτυριάρικος
•
- σχετικός με τον μαρτυριάρη Βικιλεξικό
- που μοιάζει με τον μαρτυριάρη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαρτυριάρικος < μαρτυριάρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαρτυριάρικος | μαρτυριάρικη | μαρτυριάρικο |
| Γενική | μαρτυριάρικου | μαρτυριάρικης | μαρτυριάρικου |
| Αιτιατική | μαρτυριάρικο | μαρτυριάρικη | μαρτυριάρικο |
| Κλητική | μαρτυριάρικε | μαρτυριάρικη | μαρτυριάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαρτυριάρικοι | μαρτυριάρικες | μαρτυριάρικα |
| Γενική | μαρτυριάρικων | μαρτυριάρικων | μαρτυριάρικων |
| Αιτιατική | μαρτυριάρικους | μαρτυριάρικες | μαρτυριάρικα |
| Κλητική | μαρτυριάρικοι | μαρτυριάρικες | μαρτυριάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →