Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαρτυρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με το μάρτυρα στο δικαστήριο Βικιλεξικό
    • μαρτυρική κατάθεση
    • Μέρες κατά τις οποίες, ανάλογα με την κατεύθυνση των μαρτυρικών καταθέσεων, η ελπίδα και η απελπισία, η χαρά και η λύπη, η προσδοκία και η παραίτηση εναλλάσσονταν με απίστευτη ταχύτητα. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. ιδιαιτερα βασανιστικός Βικιλεξικό
    • μαρτυρικός θάνατος, μαρτυρική ζωή

Ετυμολογία

μαρτυρικός < (ελληνιστική κοινή) μαρτυρικός < αρχαία ελληνική μαρτυρία (κατάθεση)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαρτυρικόςμαρτυρικήμαρτυρικό
Γενικήμαρτυρικούμαρτυρικήςμαρτυρικού
Αιτιατικήμαρτυρικόμαρτυρικήμαρτυρικό
Κλητικήμαρτυρικέμαρτυρικήμαρτυρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαρτυρικοίμαρτυρικέςμαρτυρικά
Γενικήμαρτυρικώνμαρτυρικώνμαρτυρικών
Αιτιατικήμαρτυρικούςμαρτυρικέςμαρτυρικά
Κλητικήμαρτυρικοίμαρτυρικέςμαρτυρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →