Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαρτυρολόγιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κείμενο ιστορικού για τη ζωή μάρτυρα (συνήθως της εκκλησίας) Βικιλεξικό
    • Μορφήν βιογραφίας έλαβον σύν τω χρόνω και τά μαρτυρολόγια, άφοΰ πλέον πλήν τοϋ έπεισοδίου συμπεριέλαβον και έκτενή έξιστόρησιν του βίου τών μαρτύρων μέ όλίγα ιστορικά στοιχεία και πολλήν θαυματοποιίαν και φαντασίαν (Ελληνική πατρολογία: Εισαγωγή, Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, 1985)
  2. κατάλογος μαρτύρων (συνήθως του χριστιανισμού) Βικιλεξικό
    • Ένας ήχος από τον πάνω όροφο έκανε τη Σαρλότ να σηκωθεί απρόθυμα, «Ερίκα, πρέπει να πεταχτώ πάνω για να δω τον Άλμπιν. Αλλιώς η μαμά μου θα προλάβει να απαγγείλει όλο το μαρτυρολόγιο πριν ανέβω. (https://books.google.gr/books?id=5ld2CAAAQBAJ&lpg=PT14&dq=%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF&pg=PT14#v=onepage&q=%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF&f=false, Οικογενειακά μυστικά, Camilla Lackberg, Εκδόσεις Μεταίχμιο)

Ετυμολογία

μαρτυρολόγιο < μαρτυρ(ας) + -ο- + -λόγιο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαρτυρολόγιομαρτυρολόγια
Γενικήμαρτυρολογίου / μαρτυρολόγιουμαρτυρολογίων / μαρτυρολόγιων
Αιτιατικήμαρτυρολόγιομαρτυρολόγια
Κλητικήμαρτυρολόγιομαρτυρολόγια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →