μαρτυρώ
•
- λόγιοκαταθέτω τη μαρτυρία μου σε δικαστήριο, καταθέτω για γεγονότα που γνωρίζω (σε δίκη ή επίλυση διαφορών) Βικιλεξικό
- λόγιοδηλώνω με την παρουσία μου κάτι που δεν υπάρχει πια ή είναι κρυμμένο, φανερώνω, δείχνω Βικιλεξικό
- στο θέατρο τελούνταν θρησκευτικού χαρακτήρα τελετουργίες, όπως μαρτυρεί ο βωμός στο προσκήνιο αλλά και ο χαλκάς στο δάπεδο (εφημερίδα Ελευθεροτυπίθα, 6 Οκτωβρίου 2011)
- λόγιοτεκμηριώνομαι σε πηγές, ενδείξεις, μαρτυρίες Βικιλεξικό
- Ο τύπος *ὁμογάλαξ είναι αμάρτυρος, μαρτυρείται μόνον ο πληθυντικός ὁμογάλακτες.
- Το ανθρωπωνύμιο Μένανδρος, γνωστό σε ιστορικά πρόσωπα της εποχής του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αποτελεί επίσης ένα από τα πιο δημοφιλή και κοινά ονόματα στη Μακεδονία, το οποίο μαρτυρείται και στην Πέλλα (Αρχαιολογικόν Δελτίον: Μελέτες, μέρος Α, τομ. 53, Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών, 2002, σελ. 302)
- λόγιοέχω μαρτυρικό θάνατο, χάνω τη ζωή μου ως μάρτυρας της χριστιανικής πίστης Βικιλεξικό
- για τις σημασίες προδίδω, βασανίζω Βικιλεξικό
- λόγιοπαρωχημένη γραφή του μαρτυράω (για τις σημασίες προδίδω, βασανίζω) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαρτυρώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μαρτυρῶ, συνηρημένος τύπος του μαρτυρέω :* η σημασία για τον χριστιανισμό < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαρτυρώ | μαρτυρείς | μαρτυρεί | μαρτυρούμε | μαρτυρείτε | μαρτυρούν / μαρτυρούνε |
| Παρατατικός | μαρτυρούσα | μαρτυρούσες | μαρτυρούσε | μαρτυρούσαμε | μαρτυρούσατε | μαρτυρούσαν / μαρτυρούσανε |
| Αόριστος | μαρτύρησα | μαρτύρησες | μαρτύρησε | μαρτυρήσαμε | μαρτυρήσατε | μαρτυρήσαν / μαρτυρήσανε / μαρτύρησαν |
| Μέλλοντας | θα μαρτυρήσω / θα μαρτυρώ | θα μαρτυρήσεις / θα μαρτυρείς | θα μαρτυρήσει / θα μαρτυρεί | θα μαρτυρήσουμε / θα μαρτυρούμε | θα μαρτυρήσετε / θα μαρτυρείτε | θα μαρτυρήσουν / θα μαρτυρήσουνε / θα μαρτυρούν / θα μαρτυρούνε |
| Παρακείμενος | έχω μαρτυρήσει | έχεις μαρτυρήσει | έχει μαρτυρήσει | έχουμε μαρτυρήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαρτυρήσει | είχες μαρτυρήσει | είχε μαρτυρήσει | είχαμε μαρτυρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαρτυρήσει / να μαρτυρήσω / να μαρτυρώ | να έχεις μαρτυρήσει / να μαρτυρήσεις / να μαρτυρείς | να έχει μαρτυρήσει / να μαρτυρήσει / να μαρτυρεί | να έχουμε μαρτυρήσει / να μαρτυρήσουμε / να μαρτυρούμε | να μαρτυρήσετε / να μαρτυρείτε | να μαρτυρήσουν / να μαρτυρήσουνε / να μαρτυρούν / να μαρτυρούνε |
| Προστακτική | — | μαρτύρησε | — | — | μαρτυρήστε / μαρτυρείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μαρτυρήθηκαμαρτυρούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →