μαρόν γλασέ
•
- γαστρονομίαολόκληρο κάστανο που έχει ζαχαρωθεί και επικαλυφθεί με λεπτό, γυαλιστερό σιρόπι, ώστε να αποκτήσει απαλή υφή και έντονη γλυκύτητα Βικιλεξικό
- Η Κατίγκω κατέβηκε στο σαλόνι φορώντας την υδραίικη ενδυμασία. Βρήκε την Κοκόνα-Κρυσταλλένια να μασουλάει μαρόν γλασέ. Είδε η θεία την ανιψιά και σηκώθηκε τρέμοντας από την πολυθρόνα. Έπεσε η τσάντα της στο πάτωμα, σκορπίστηκαν τα μαρόν στο χαλί. (Φιλομήλα Λαπατά, Η χήρα του Πειραιά, εκδ. Καστανιώτη, 2012)
Ετυμολογία
μαρόν γλασέ < γαλλική marron glacé < marron (< ιταλική marrone < μεσαιωνική ελληνική μάραον / μάραος < πρωτοκελτική *māros: μεγάλος) + glacé (< glacer < λατινική glacio < glacies)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →