μασάτι
•
- παρωχημένοεργαλείο με το οποίο ακονίζουν (χασάπηδες, βυρσοδέψες κ.ά.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μασάτι < τουρκική masat
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μασάτι | μασάτια |
| Γενική | μασατιού | μασατιών |
| Αιτιατική | μασάτι | μασάτια |
| Κλητική | μασάτι | μασάτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →