μασίφ
•
- συμπαγές υλικό στο οποίο αναφέρεται Βικιλεξικό
- μασίφ αλυσίδα, (= αλυσίδα της οποίας οι κρίκοι δεν είναι κούφιοι, π.χ. καδένα πλοίου)
- μασίφ κάγκελο, (= συμπαγές κάγκελο)
- γεωλογίαορεινός όγκος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μασίφ < γαλλική massif
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →