μασελάκι
•
- οδοντιατρικήκινητός νάρθηκας για ορθοδοντική στήριξη, ή λεύκανση ή άλλες αγωγές Βικιλεξικό
- Τα σιδεράκια είναι ακίνητη ορθοδοντική συσκευή ενώ το μασελάκια κινητή. Τα μασελάκια ολοκληρώνουν την ορθοδοντική θεραπεία.
- μασελάκια ύπνου για αντιμετώπιση του ροχαλητού
- υποκοριστικόμικρή μασέλα, μερική οδοντοστοιχία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μασελάκι < μασέλ(α) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μασελάκι | μασελάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | μασελάκι | μασελάκια |
| Κλητική | μασελάκι | μασελάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →