μασητήρας
•
- οι δύο μυώνες με τους οποίους καθίσταται δυνατή η μάσηση Βικιλεξικό
- μασητήρες μυες (αλλά το μύες παραλειπόταν συχνά ωε ευκόλως εννοούμενο και ο μασητήρας ουσιαστικοποιήθηκε) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μασητήρας < αρχαία ελληνική μασητήρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μασητήρας | μασητήρες |
| Γενική | μασητήρα | μασητήρων |
| Αιτιατική | μασητήρα | μασητήρες |
| Κλητική | μασητήρα | μασητήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →