μασκοφόρος
•
- ο μεταμφιεσμένος τις Απόκριες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μασκοφόρος < μάσκ(α) + -ο- + -φόρος (φέρω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μασκοφόρα / μασκοφόρος / μασκοφόρο | μασκοφόρες / μασκοφόροι / μασκοφόρα |
| Γενική | μασκοφόρας / μασκοφόρου / μασκοφόρου | μασκοφόρων / μασκοφόρων / μασκοφόρων |
| Αιτιατική | μασκοφόρα / μασκοφόρο / μασκοφόρο | μασκοφόρες / μασκοφόρους / μασκοφόρα |
| Κλητική | μασκοφόρα / μασκοφόρε / μασκοφόρο | μασκοφόρες / μασκοφόροι / μασκοφόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →