μασλάτι
•
- ιδιωματικόχαλαρή κουβεντούλα επί παντός επιστητού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μασλάτι < (άμεσο δάνειο) τουρκική maslahat (υπόθεση, δουλειά) < περσική مصلحت (maṣlahat: ασχολία, υπόθεση) < αραβική صلح (ṣálaḥa: ταιριαστός, ικανός, χρήσιμος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μασλάτι | μασλάτια |
| Γενική | μασλατιού | μασλατιών |
| Αιτιατική | μασλάτι | μασλάτια |
| Κλητική | μασλάτι | μασλάτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →