Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαστίγιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λεπτή λουρίδα (ή λουρίδες), με την οποία χτυπιούνται τα υποζύγια ή και άνθρωποι Βικιλεξικό
  2. βιολογίαλεπτή απόφυση στην επιφάνεια κυττάρων ή βακτηρίων Βικιλεξικό
  3. δομή που μοιάζει με μαστίγιο Βικιλεξικό
    • Οι κεραίες (Είκ. 6) είναι μακριές, νηματοειδείς και πολύαρθρες. Αποτελούνται από 12+2 άρθρα. Το πρώτο στην βάση είναι ο σκήπος ή σκάπος (scapus), ο οποίος είναι τραπεζοειδής, έπειτα ακολουθεί ο μίσχος ή ποδίσκος (pedicel), ο οποίος είναι μικρός και υποσφαιρικός και μετά ακολουθεί το μαστίγιο (flagellum), αποτελούμενο από 12 άρθρα και στα δύο φύλα (Μελέτη της μορφολογίας και βιοοικολογίας κηκιδόμυγας του γένους Asphondylia (near serpylli Kleffer 1898) σε φυτά θυμαριού Coridothym us capitatus (L) στο νησί Σάμος, πτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Ιωάννίνων 2009, σελ. 55 https://web.archive.org/web/20240727142908/https://olympias.lib.uoi.gr/jspui/bitstream/123456789/26334/1/%CE%9C.%CE%95.-%CE%9C%CE%91%CE%9B%CE%91%CE%93%CE%91%CE%A1%CE%97%CE%A3%20%CE%A0%CE%9F%CE%9B%CE%A5%CE%9A%CE%91%CE%A1%CE%A0%CE%9F%CE%A3.pdf)
  4. μεταφορικάέντονη επίπληξη ή κριτική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαστίγιο < (ελληνιστική κοινή) μαστίγιον, υποκοριστικό του αρχαία ελληνική μάστιξ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαστίγιομαστίγια
Γενικήμαστίγιου / μαστιγίουμαστιγίων
Αιτιατικήμαστίγιομαστίγια
Κλητικήμαστίγιομαστίγια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →