μαστίχη
•
- λόγιοη μαστίχα Βικιλεξικό
- υλικό συγκόλλησης Βικιλεξικό
- Ελαστομερής σφραγιστική και συγκολλητική μαστίχη
- πολυουρεθανική μαστίχη, ασφαλτική μαστίχη, ακρυλική μαστίχη
Ετυμολογία
μαστίχη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →