μαστιγωτικός
•
- αυτός που έχει σχέση με το μαστίγωμα Βικιλεξικό
- αυτός που μοιάζει στο αποτέλεσμα του μαστιγώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαστιγωτικός < μαστιγωτής + -ικός < μαστιγώνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαστιγωτικός | μαστιγωτική | μαστιγωτικό |
| Γενική | μαστιγωτικού | μαστιγωτικής | μαστιγωτικού |
| Αιτιατική | μαστιγωτικό | μαστιγωτική | μαστιγωτικό |
| Κλητική | μαστιγωτικέ | μαστιγωτική | μαστιγωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαστιγωτικοί | μαστιγωτικές | μαστιγωτικά |
| Γενική | μαστιγωτικών | μαστιγωτικών | μαστιγωτικών |
| Αιτιατική | μαστιγωτικούς | μαστιγωτικές | μαστιγωτικά |
| Κλητική | μαστιγωτικοί | μαστιγωτικές | μαστιγωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →