Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαστιγωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που έχει σχέση με το μαστίγωμα Βικιλεξικό
  2. αυτός που μοιάζει στο αποτέλεσμα του μαστιγώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαστιγωτικός < μαστιγωτής + -ικός < μαστιγώνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαστιγωτικόςμαστιγωτικήμαστιγωτικό
Γενικήμαστιγωτικούμαστιγωτικήςμαστιγωτικού
Αιτιατικήμαστιγωτικόμαστιγωτικήμαστιγωτικό
Κλητικήμαστιγωτικέμαστιγωτικήμαστιγωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαστιγωτικοίμαστιγωτικέςμαστιγωτικά
Γενικήμαστιγωτικώνμαστιγωτικώνμαστιγωτικών
Αιτιατικήμαστιγωτικούςμαστιγωτικέςμαστιγωτικά
Κλητικήμαστιγωτικοίμαστιγωτικέςμαστιγωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →