Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαστιχωτός

/ma.sti.xoˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει την υφή μαστίχας ή μοιάζει μʼ αυτήν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαστιχωτός < μαστίχ(α) + -ωτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαστιχωτόςμαστιχωτήμαστιχωτό
Γενικήμαστιχωτούμαστιχωτήςμαστιχωτού
Αιτιατικήμαστιχωτόμαστιχωτήμαστιχωτό
Κλητικήμαστιχωτέμαστιχωτήμαστιχωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαστιχωτοίμαστιχωτέςμαστιχωτά
Γενικήμαστιχωτώνμαστιχωτώνμαστιχωτών
Αιτιατικήμαστιχωτούςμαστιχωτέςμαστιχωτά
Κλητικήμαστιχωτοίμαστιχωτέςμαστιχωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →