μαστορικά
•
- η αμοιβή των μαστόρων Βικιλεξικό
- Είπε ότι έχει να μου δώσει μπροστά μόνο για τις μπογιές κι ότι τα μαστορικά μπορεί μόνο λίγα-λίγα.
- η συνθηματική γλώσσα που χρησιμοποιούσαν μεταξύ τους οι ομότεχνοι μάστορες είτε για να μην καταλαβαίνουν οι άλλοι τα μυστικά της δουλειάς τους είτε για αστεϊσμό -γλώσσες όπως τα κορακίστικα, τα ντόρτικα, τα κουδανίτικα κ.α. Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: μαστόρικα
Ετυμολογία
μαστορικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου μαστορικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →