μαστουρώνω
•
- λαϊκόναρκώνομαι κάνοντας χρήση ναρκωτικών ουσιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαστουρώνω < μαστούρα + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαστουρώνω | μαστουρώνεις | μαστουρώνει | μαστουρώνουμε | μαστουρώνετε | μαστουρώνουν / μαστουρώνουνε |
| Παρατατικός | μαστούρωνα | μαστούρωνες | μαστούρωνε | μαστουρώναμε | μαστουρώνατε | μαστουρώναν / μαστουρώνανε / μαστούρωναν |
| Αόριστος | μαστούρωσα | μαστούρωσες | μαστούρωσε | μαστουρώσαμε | μαστουρώσατε | μαστουρώσαν / μαστουρώσανε / μαστούρωσαν |
| Μέλλοντας | θα μαστουρώνω / θα μαστουρώσω | θα μαστουρώνεις / θα μαστουρώσεις | θα μαστουρώνει / θα μαστουρώσει | θα μαστουρώνουμε / θα μαστουρώσουμε | θα μαστουρώνετε / θα μαστουρώσετε | θα μαστουρώνουν / θα μαστουρώνουνε / θα μαστουρώσουν / θα μαστουρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαστουρώσει | έχεις μαστουρώσει | έχει μαστουρώσει | έχουμε μαστουρώσει | έχετε μαστουρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαστουρώσει | είχες μαστουρώσει | είχε μαστουρώσει | είχαμε μαστουρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαστουρώσει / να μαστουρώνω / να μαστουρώσω | να έχεις μαστουρώσει / να μαστουρώνεις / να μαστουρώσεις | να έχει μαστουρώσει / να μαστουρώνει / να μαστουρώσει | να έχουμε μαστουρώσει / να μαστουρώνουμε / να μαστουρώσουμε | να έχετε μαστουρώσει / να μαστουρώνετε / να μαστουρώσετε | να μαστουρώνουν / να μαστουρώνουνε / να μαστουρώσουν / να μαστουρώσουνε |
| Προστακτική | — | μαστούρωνε / μαστούρωσε | — | — | μαστουρώνετε / μαστουρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →